Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

white spruce


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο spruce παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: white
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spruce n (tree)πικέα ουσ θηλ
  (συγκεκριμένο είδος)ερυθρελάτη ουσ θηλ
 The hillside was covered in spruce.
spruce n (wood)ερυθρελάτη ουσ θηλ
  (πιο γενικά)ελάτη ουσ θηλ
  έλατο ουσ ουδ
 This chair is made from spruce.
spruce yourself up v expr (make yourself neat)φτιάχνομαι ρ αμ
  περιποιούμαι τον εαυτό μου περίφρ
  (επίσημο)καλλωπίζομαι ρ αμ
 Josh spruced himself up before going to dinner with his girlfriend.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spruce adj (neat, trim)κομψός επίθ
  περιποιημένος μτχ πρκ
 Charles is looking spruce today.
spruce up vi + adv (make oneself neat)φτιάχνομαι ρ αμ
  (επίσημο)καλλωπίζομαι ρ αμ
 Glenn was sprucing up in front of the mirror.
spruce [sth]⇒ vtr (make neat)φτιάχνω, τακτοποιώ ρ μ
  (μεταφορικά)στρώνω, ισιώνω ρ μ
 Jemima spruced her hair, before she went out.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
spruce [sth] up vtr phrasal sep informal (smarten)αναβαθμίζω ρ μ
  κάνω κτ πιο περιποιημένο περίφρ
  κάνω κτ να δείχνει πιο κομψό περίφρ
  (καθομιλουμένη: μόδα, στυλ)κάνω πιο μοδάτο, κάνω πιο τρέντι περίφρ
 A new, trendy pair of shoes can really spruce up last year's fashion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hemlock,
hemlock spruce
n
(coniferous tree: North America)κωνοφόρο του γένους Tsuga
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Hemlocks are my favorite kind of Christmas tree.
sitka spruce n (tree: North American conifer)έλατο sitka περίφρ
spruce grove n (area of land where conifers grow)δάσος με κωνοφόρα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση white spruce στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «white spruce».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!